γαλάκτινος

γᾰλάκτ-ινος, η, ον,
A milk-white,

στήθεα AP5.192

(Diosc.);

χιτών POxy.267.7

(i A. D.); milky,

χρώματα PHolm.24.31

; v.l. for γαλακτίζον, Dsc.2.175.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλάκτινος — η, ο (Α γαλάκτινος, η, ον) λευκός σαν γάλα …   Dictionary of Greek

  • γαλάκτινον — γαλάκτινος milk white masc acc sg γαλάκτινος milk white neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλάκτιν' — γαλάκτινα , γαλάκτινος milk white neut nom/voc/acc pl γαλάκτινε , γαλάκτινος milk white masc voc sg γαλάκτιναι , γαλάκτινος milk white fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάλα — Υγρό που εκκρίνεται από τους μαστικούς αδένες των θηλαστικών. Το γ. είναι ένα γαλάκτωμα, δηλαδή νερό με λεπτότατα λιποσφαίρια που περιέχει, εκτός από το λίπος, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ένζυμα, άλατα και βιταμίνες. Όλα τα συστατικά αυτά φέρονται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.